δέδορκα

δέδορκα,

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δέδορκα — δέρκομαι see clearly perf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδόρκασι — δεδόρκᾱσι , δέρκομαι see clearly perf ind act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδόρκασιν — δεδόρκᾱσιν , δέρκομαι see clearly perf ind act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέδορκ' — δέδορκα , δέρκομαι see clearly perf ind act 1st sg δέδορκε , δέρκομαι see clearly perf imperat act 2nd sg δέδορκε , δέρκομαι see clearly perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέδορχ' — δέδορκα , δέρκομαι see clearly perf ind act 1st sg δέδορκε , δέρκομαι see clearly perf imperat act 2nd sg δέδορκε , δέρκομαι see clearly perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέρκομαι — και δερκιάομαι (Α) 1. βλέπω καθαρά 2. βλέπω, παρατηρώ κάποιον ή κάτι («...δερκομένοισι Τρῶας» ενώ παρατηρούσαν τους Τρώες) 3. διακρίνω, αισθάνομαι («κτύπον δέδορκα») 4. (για την Τύχη) προσβλέπω με εύνοια, ρίχνω ευνοϊκή ματιά 5. (για το φως)… …   Dictionary of Greek

  • Reduplication — in linguistics is a morphological process in which the root or stem of a word (or part of it) is repeated exactly or with a slight change. Reduplication is used in inflections to convey a grammatical function, such as plurality, intensification,… …   Wikipedia

  • Apofonía — Saltar a navegación, búsqueda Se denomina apofonía a la correspondencia y alternancia de grupos fijos de vocales que, de acuerdo con normas regulares, ocurren dentro de una raíz o un sufijo. Un caso que nos ilustra esta situación es la formación… …   Wikipedia Español

  • Аблаут в праиндоевропейском языке — Аблаут в праиндоевропейском языке  система регулярных чередований гласных, существовавшая в самом праязыке и перешедшая в его потомки. Термин аблаут (от нем. Ablaut, тж. нем. Abstufung der Laute «чередование звуков»[1]; также… …   Википедия

  • μύω — (Α) 1. (μτβ.) κλείνω («ὕπνος ἔμυσε κόρας», Ανθ. Παλ.) 2. (αμτβ.) (για ανθρώπους και ζώα) κλείνω τα μάτια ή τα χείλια («μύω τε καὶ δέδορκα», Σοφ.) 3. (για τα μάτια, το στόμα ή άλλο συστελλόμενο άνοιγμα) είμαι κλειστός, κλείνω, κλείνομαι 4. (για… …   Dictionary of Greek

  • οξύδορκος — ὀξύδορκος, ον (Α) ο οξυδερκής. [ΕΤΥΜΟΛ. < οξυ * + δόρκος (πρβλ. δέδορκα) < δέρκομαι] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.